Γράφει ο συστημικός ψυχοθεραπευτής – ψυχολόγος, Πάμπος Ευσταθίου
Από την παιδική μου ηλικία, αν και ήταν γεμάτη από εμπειρίες και βιώματα, θυμάμαι περισσότερο το τι έκαναν τα άλλα παιδιά παρά εγώ. Θυμάμαι πόσο σωστά ήταν όλα, πόσο πειθαρχημένα και υπάκουα. Θυμάμαι το πόσο σεβόντουσαν τους γονείς τους και τους μεγαλύτερούς τους, πόσο ήθελαν να πηγαίνουν κάθε Κυριακή στην εκκλησία χωρίς διαμαρτυρίες, πόσο βοηθούσαν στις δουλειές τους σπιτιού.
Ήταν συν τις άλλοις, πρώτοι στο σχολείο, μελετηροί, δεν διαμαρτύρονταν και ούτε διαφωνούσαν ποτέ για τίποτα, τα αγαπημένα παιδιά των δασκάλων, αλλά και η επιθυμία κάθε γονιού να είναι έτσι και τα δικά του παιδιά. Πρώτοι σε όλα, δεχόμενοι αδιαμαρτύρητα εντολές, και πάντα πρόθυμοι για όλους και για όλα.
Όχι, μην νομίζετε πως τα παρακολουθούσα όλη μέρα, ούτε πως ήμουν όλη μέρα στο σπίτι τους. Προσωπικά, ούτε με απασχολούσε το τι έκαναν. Θυμάμαι όμως τόσο έντονα τους γονείς μου να μου τα λένε, να θέλουν τόσο πολύ να τους μοιάσω, να ζηλεύουν κατά κάποιο τρόπο που δεν είναι δικά τους παιδιά, που ήταν λες και ζούσα όλη μέρα μαζί τους.
Κάθε μου πράξη, κάθε σκέψη και επιθυμία, αποτελούσε αφορμή για σύγκριση, αλλά και υπενθύμιση, για το πόσο λάθος σκεφτόμουνα, για το πώς πρέπει να είναι τα καλά και σωστά παιδιά.
Ήταν τόσο συχνό, και τόσο έντονο, που ένιωθα πλέον πως πάντα θα είμαι λάθος, πως ποτέ δεν θα είμαι το σωστό και καλό παιδί, και πως θα ήταν δύσκολο μέχρι και αδύνατον να επιβιώσω στην κοινωνία των σωστών και καλών παιδιών.
Και όλα αυτά, γιατί τολμούσα να σκέφτομαι διαφορετικά, να ζητώ εξηγήσεις , απαντήσεις, αλλά και νόημα σε όλα αυτά που μου ζητούσαν να κάνω. Και αν αραιά και πού, τολμούσα να περηφανευτώ και εγώ ως παιδί που ήμουν, για κάτι αξιέπαινο που κατά την γνώμη μου είχα πετύχει, αναζητώντας το ΜΠΡΑΒΟ, το ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΕΣΕΝΑ, τον έπαινο, την αναγνώριση, έστω για την προσπάθειά μου, ποτέ δεν ερχόταν, στον βαθμό τουλάχιστον που επιθυμούσα. Από την μια η επίδοση κάποιου άλλου παιδιού που ήταν πάντα καλύτερη από την δική μου, από την άλλη οι ωμές και χωρίς συναίσθημα αντιδράσεις των γονιών μου, που ερχόντουσαν σε σύγκρουση με τον ενθουσιασμό μου για το επίτευγμά μου, μηδένιζαν την αξία αυτού που πίστευα πως είχα πετύχει, νιώθοντας πως τελικά δεν ήμουν, ούτε θα μπορούσα ποτέ να είμαι ικανός για να πετύχω κάτι αξιόλογο και αξιέπαινο στην ζωή μου…
Πάντα ένιωθα την ανάγκη να ρωτήσω για ότι κάνω, να πάρω την επιβεβαίωση αν το κάνω σωστά, αλλά και αν είναι πρέπον να το κάνω γενικότερα.
Ξέρεις, για κάθε παιδί αυτό που μετρά παραπάνω, είναι το να βλέπει τους γονείς του να νιώθουν περήφανοι για αυτό, άσχετο αν κατά βάθος ξέρουν και τα ίδια πως δεν έκαναν και τίποτα σπουδαίο.
Όσο να ναι, για όλα τα παιδιά, η γνώμη των γονιών είναι αυτή που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα και σημασία.
Ένιωθα υπόχρεος να ακολουθήσω μια πορεία στην ζωή μου, συνυφασμένη με την δική τους ευτυχία. Να πετύχω τους στόχους που αυτοί είχαν θέσει για εμένα, να πετύχω κάτι που θα τους έκανε να νιώθουν περήφανοι όταν θα με σύγκριναν με άλλους συνομήλικους μου, αλλά ποτέ δεν είχα καταλάβει ποιο είναι αυτό που ήθελαν, μιας και δεν το είχα πετύχει ποτέ μέχρι τότε.
Θυμάμαι μόνο συγκρίσεις, μηδενισμό και παράπονα.
Να μου θυμίζουν συνεχώς πως δεν είμαι ικανός για τίποτα, πως ότι και αν πετύχω δεν θα είναι αρκετό, αλλά και πως θα έπρεπε να ωριμάσω και να πατώ περισσότερο στη Γη, να μην είμαι ονειροπόλος, και να μην σκέφτομαι τόσο το μέλλον.
Δεν θυμάμαι να μου εξήγησαν ποτέ το τι ήθελαν έστω να κάνω, το τι και πως θα μπορούσα να πετύχω κάτι, με αποτέλεσμα ως παιδί, να δοκιμάζω με αυτά που σκεφτόμουν κάποιες φορές, και κάποιες άλλες να μην προσπαθώ καν, να παραιτούμε από κάθε ελπίδα.
Και πίστεψέ με, είναι στα αλήθεια πολύ κουραστικό να προσπαθείς συνεχώς για τους άλλους, και ποτέ και τίποτα να μην είναι αρκετό. Είναι ένας κόμπος στον λαιμό οι φιλοδοξίες σου να κρίνονται ως επιπόλαιες, ως όνειρα που ούτε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν. Ένιωθα λες και ήμουν από άλλο πλανήτη, από ένα κόσμο αλλιώτικο, από αυτόν που μου έλαχε να ζήσω. Ένιωθα πάντα ξεχωριστός, και όχι με καλό τρόπο, ιδιόμορφος, εκκεντρικός αλλοπρόσαλλος.
Και έπρεπε όμως να αλλάξω, να συμβιβαστώ, γιατί δεν θα επιβίωνα σε αυτό τον κόσμο.
Το πιο τραγικό όμως από όλα, είναι που ακόμα και σήμερα, δεκαετίες μετά, και έχοντας πλέον πετύχει αρκετά στην ζωή μου, έχοντας την δική μου οικογένεια, την δουλειά μου, τα παιδιά μου, αυτό το συναίσθημα φαίνεται να μην έχει αλλάξει. Είναι λες και υπάρχει ένα καμπανάκι, μια φωνή, να μου θυμίζει σε κάθε βήμα που θέλω να κάνω, πως δεν είμαι ικανός, πως δεν είναι εφικτό, πως πρέπει να πάρω την έγκριση από κάποιον, ή έστω την επιβεβαίωση πως δεν σκέφτομαι και πάλι λάθος. Το μέσα μου άλλα μου λέει, αλλά έπαψα εδώ και χρόνια να το ακούω και να το εμπιστεύομαι, μιας και επανειλημμένα μου είχε τονιστεί πως είναι λάθος.
Ο λόγος που είμαι σήμερα εδώ, είναι γιατί παρόλο που κάνω όλα όσα μου είπαν πως πρέπει, ή έστω όσα κατάλαβα πως πρέπει, έχω την δουλειά μου, έχω το σπίτι μου, είμαι σωστός γονιός , σωστός σύζυγος, σωστός αδελφός, γιος κλπ, εντούτοις, δεν νιώθω να το αναγνωρίζει κάποιος. Νιώθω πως δεν είναι αρκετά και πρέπει να κάνω συνεχώς και άλλα, τα οποία δεν ξέρω καν τι είναι. Νιώθω να παραμένω στάσιμος, εγκλωβισμένος σε ένα κενό, κενό από συναισθήματα , ικανοποίηση και απόλαυση…