Γράφει η Ασημίνα Γαλλή-Τσινοπούλου
Καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας
Διευθύντρια Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) , ΠΓΝΘ ΑΧΕΠΑ
Διευθύντρια Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών ΑΠΘ «Εφηβική Ιατρική και Φροντίδα Υγείας Εφήβων»
Η ραχίτιδα γενικά είναι μία πάθηση του αναπτυσσόμενου σκελετού των παιδιών και προκαλείται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D, ασβεστίου ή φωσφόρου. Έτσι υπάρχει μειωμένη εναπόθεση αλάτων ασβεστίου στα οστά με αποτέλεσμα αυτά να είναι πιο μαλακά και παραμορφωμένα.
Οι μορφές της ραχίτιδας ανάλογα με το αίτιο διακρίνονται σε κληρονομικές και μη κληρονομούμενες
Η πιο συχνή αιτία κληρονομικής ραχίτιδας είναι η φυλοσύνδετη υποφωσφαταιμική ραχίτιδα (X-linked hypophosphataemic rickets, XLH). Κάθε χρόνο γεννιούνται ανά τον κόσμο περίπου 4 στα 100.000 παιδιά με αυτή την πάθηση. Από την ονομασία της γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ραχίτιδα που χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα φωσφόρου στο αίμα και κληρονομείται με το φυλετικό χρωμόσωμα Χ με επικρατούντα χαρακτήρα.
Στην περίπτωση αυτή, όταν πάσχει η μητέρα, τα παιδιά της ανεξαρτήτως φύλου έχουν 50% πιθανότητα να νοσούν, ενώ όταν πάσχει ο πατέρας, τότε όλες οι κόρες νοσούν αλλά κανένας από τους γιους. Όμως, σε 20-30% των περιπτώσεων μπορεί να μην πάσχει κανένας από τους δύο γονείς και να υπάρχει καινούργια μετάλλαξη.
Η ραχίτιδα XLH προκαλείται από αλλαγές στο γονίδιο PHEX που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή μιας ορμόνης που παράγεται από τα οστεοκύτταρα και ονομάζεται FGF23 (Fibroblast Growth Factor 23) και η οποία ρυθμίζει τον μεταβολισμό του φωσφόρου.
Να σημειωθεί ότι ο φώσφορος μαζί με το ασβέστιο αποτελούν τα πιο σημαντικά συστατικά των οστών και είναι σημαντικά για την υγεία των οστών, την ενίσχυση των δοντιών και την παροχή ενέργειας για την ανάπτυξη
Στην περίπτωση των αλλαγών του γονιδίου PHEX παράγονται αυξημένα επίπεδα FGF23 τα οποία με τη σειρά τους προκαλούν αυξημένη απώλεια φωσφόρου από τους νεφρούς αλλά και μειωμένη απορρόφηση από το έντερο με αποτέλεσμα τα χαμηλά επίπεδα του φωσφόρου στο αίμα.
Έτσι, η XLH είναι μια πολυσυστηματική νόσος που μπορεί να επηρεάσει τα οστά, τις αρθρώσεις, τους μυς, την οδοντοφυΐα.
Τα συμπτώματα διαφέρουν από παιδί σε παιδί και μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου
Καθώς τα παιδιά αρχίζουν να περπατούν και ασκούν βάρος στα πόδια, τα γόνατα μπορεί να είναι κυρτά και να απέχουν πολύ μεταξύ τους (ραιβογονία, ομοιάζουν με το γράμμα Ο) ή να χτυπούν μεταξύ τους με την απόσταση των αστραγάλων να είναι μεγάλη (βλαισογονία ομοιάζουν με το γράμμα Χ). Η παραμόρφωση των κάτω άκρων οδηγεί σε καθυστέρηση στην έναρξη της βάδισης και στη συνέχεια σε περίεργο βάδισμα σαν της πάπιας (νήσσειο) και συνοδεύεται από χαμηλό ανάστημα
Συχνά τα παιδιά αναφέρουν πόνο στα οστά, τις αρθρώσεις και τους μυς. Μπορεί να παρουσιάζουν συχνά προέχον μέτωπο ή περίεργο σχήμα κεφαλής λόγω πρόωρης σύγκλισης των ραφών του κρανίου (κρανιοσυνοστέωση).
Μετά την ηλικία των 3 ετών εμφανίζουν οδοντικά αποστήματα τα οποία δεν οφείλονται σε κακή στοματική υγιεινή αλλά σε έλλειμμα στο σχηματισμό της οδοντίνης. Σπάνια μπορεί να παρουσιαστεί κεφαλαλγία λόγω αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης.
Οι ακτινογραφίες αποκαλύπτουν την παραμόρφωση των οστών και τα στοιχεία της ραχίτιδας
Η θεραπεία παραδοσιακά περιελάμβανε τη χορήγηση στοιχειακού φωσφόρου και δραστικής βιταμίνης D με στόχο την αναπλήρωση των επιπέδων φωσφόρου στο αίμα χωρίς να αντιμετωπίζεται αιτιολογικά η νόσος, με αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες και αρκετά προβλήματα στη συμμόρφωση.
Πλέον κυκλοφορεί και έχει έγκριση τόσο για παιδιά από την ηλικία των 6 μηνών όσο και για ενήλικες το burosumab, το πρώτο και μοναδικό τροποποιητικό της νόσου βιολογικό φάρμακο. Πρόκειται για ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο στοχεύει στην παθοφυσιολογία της νόσου καθώς δεσμεύεται στον FGF23 που βρίσκεται σε περίσσεια και αναστέλλει τη δράση του.
Έτσι, αυξάνει την επαναρρόφηση του φωσφόρου από τους νεφρούς, αναστέλλοντας την απώλειά του και αυξάνει τη συγκέντρωση της δραστικής βιταμίνης D στον ορό, ενισχύοντας την απορρόφηση του φωσφόρου από το έντερο. Χορηγείται με υποδόρια ένεση κάθε δύο εβδομάδες.
Μελέτες σε παιδιά έχουν δείξει ότι το burosumab μειώνει την απώλεια του φωσφόρου από τους νεφρούς, αυξάνει τα επίπεδα του φωσφόρου στο αίμα και βελτιώνει τη ραχίτιδα, τις παραμορφώσεις των κάτω άκρων και το ανάστημα με αποδεκτό προφίλ ασφάλειας.
